accointance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.kwɛ̃.tɑ̃s/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

accointance < αρχαία γαλλική, accointer < δημώδης λατινική, accognitare < cognitus, γνωστός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
accointance accointances

accointance (fr) θηλυκό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • avoir des accointances, έχω σχέσεις, έχω φίλους (σε ένα ορισμένο περιβάλλον)