achèvement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
achèvement achèvements

achèvement (fr) αρσενικό

  1. η αποπεράτωση, το πέρας
    l'achèvement des travaux est prévu pour l'année prochaine
    η αποπεράτωση των έργων προβλέπεται να γίνει το χρόνο που έρχεται

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη achever