Μετάβαση στο περιεχόμενο

adhésion

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
adhésion adhésions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

adhésion (fr) θηλυκό

  1. η προσκόλληση
  2. η εγγραφή (σε σύλλογο κ.λπ.) ως μέλος
  3. η προσχώρηση

Συγγενικά

[επεξεργασία]