adjektivo
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | adjektivo | adjektivoj |
| αιτιατική | adjektivon | adjektivojn |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]adjektivo (eo)
- (γραμματική) το επίθετο
Ίντο (io)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| adjektivo | adjektivi |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]adjektivo (io)
- (γραμματική) το επίθετο