affluence

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
affluence affluences

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

affluence (fr) θηλυκό