alimenty

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌalʲĩˈmɛ̃ntɨ/
Ήχος 

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

alimenty (pl) < γερμανική Alimente < λατινική alimentum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

alimenty (pl) μη αρρενοπροσωπικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. η δια νόμου υποχρέωση καταβολής, συνήθως χρηματικής, βοήθειας, η διατροφή