along

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

along (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. μαζί
  2. προς τα εμπρός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πρόθεση[επεξεργασία]

along (en)

  • κατά μήκος, πλάι σε
    There are many stores along the road.
    Υπάρχουν πολλά μαγαζιά κατά μήκος του δρόμου.
    The forest stretches along the road.
    Κατά μήκος του δρόμου απλώνεται το δάσος.
    Our reinforcements were deployed along the river.
    Οι ενισχύσεις μας αναπτύχθηκαν πλάι στο ποτάμι.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]