along
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]along (en) (χωρίς παραθετικά)
- προς τα εμπρός
- μαζί, συνοδεύω κάποιον
Come along (with me).
- Έλα μαζί μου.
I will come along with you for a bit.
- Θα σε συνοδεύω λίγο.
- πηγαίνω καλά, καλυτερεύω, γίνομαι καλύτερος
The garden is coming along very nicely!
- Ο κήπος πάει πολύ καλά!
Your English is really coming along!
- Τα Αγγλικά σου καλυτερεύουν πολύ!
-“How’s business?” -“Business is coming along.”
- -«Πώς πάνε οι δουλειές;» -«Οι δουλειές καλυτερεύουν.»
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πρόθεση
[επεξεργασία]along (en)
- κατά μήκος, καθ' όλο το μήκος, δίπλα σε, πλάι σε, από το ένα άκρο στο άλλο άκρο του κάτι ή από το ένα άκρο προς το άλλο άκρο κάτι· σε μια γραμμή που ακολουθεί την πλευρά του κάτι
There are many stores along the road.
- Υπάρχουν πολλά μαγαζιά κατά μήκος του δρόμου.
The forest stretches along the road.
- Κατά μήκος του δρόμου απλώνεται το δάσος.
There were trees all along the road.
- Υπάρχουν δέντρα καθ' όλο το μήκος του δρόμου.
The trail runs along the cliff edge.
- Το μονοπάτι περνάει δίπλα στην άκρη του γκρεμού.
We planted flowers along the fence.
- Φυτέψαμε λουλούδια δίπλα στον φράχτη.
Our reinforcements were deployed along the river.
- Οι ενισχύσεις μας αναπτύχθηκαν πλάι στο ποτάμι.
- ≈ συνώνυμα: down
- που βρίσκεται σε κάτι μακρύ
You’ll find his office somewhere along the corridor.
- Θα βρείτε το γραφείο του κάπου στον διάδρομο.
The child dropped his toy somewhere along the walk.
- Το παιδί έριξε το παιχνίδι του κάπου στη βόλτα.