altered

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

altered (en)

  1. (αόριστος και παθητική μετοχή του alter) τροποποιημένος