amaigrir

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

amaigrir (fr)

  1. (μεταβατικό) λεπταίνω
  2. (στη γεωργία) εξαντλώ έναν αγρό με την εντατική καλλιέργεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: maigre