antigo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό antigo antigos
θηλυκό antiga antigas

antigo (pt)

  1. αρχαίος
  2. παλιός