athlete

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
athlete athletes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

athlete (en)

  1. ο αθλητής, η αθλήτρια
  2. (επάγγελμα) ο επαγγελματικός αθλητής, η επαγγελματική αθλήτρια