atrocious

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

atrocious (en)

  1. απάνθρωπος, βάρβαρος
    atrocious mistreatment of prisoners - βάρβαρη/απάνθρωπη (κακο)μεταχείριση των φυλακισμένων
     συνώνυμα: evil, cruel, monstrous
  2. πολύ κακός, απαράδεκτος
    τheir taste in clothes is just atrocious