augeo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

augeo < πρωτοϊταλική *augeō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂owg-éye-ti < *h₂ewg- (αυξάνω). Συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) αὐξάνω

Ρήμα[επεξεργασία]

augeo (la)

  1. αυξάνω
  2. μεγεθύνω
  3. εξαπλώνω
  4. επιμηκύνω

Κλίση[επεξεργασία]