επιμηκύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιμηκύνω < ελληνιστική κοινή ἐπιμηκύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιμηκύνω

  1. κάνω κάτι να διαρκέσει για περισσότερο χρόνο, ή κάνω μεγαλύτερο ένα χρονικό διάστημα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]