Μετάβαση στο περιεχόμενο

autocrate

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
autocrate autocrates

autocrate (fr) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]