aven
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- aven < κελτική
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| aven | avens |
aven (fr) αρσενικό
- φυσική οπή που δημιουργείται στην επιφάνεια ασβεστολιθικού οροπεδίου (causse) από τα νερά της βροχής που διεισδύουν μέσα του