Μετάβαση στο περιεχόμενο

aven

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
aven < κελτική

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.vɛn/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aven avens

aven (fr) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]