baie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
baie baies

baie (fr) θηλυκό

  1. ((γεωγρ|fr}} κόλπος
  2. άνοιγμα
  3. γενικός όρος για τα βατόμουρα και άλλα μικρά φρούτα από θάμνους