βατόμουρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ανώριμα και ώριμα βατόμουρα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βατόμουρο βατόμουρα
γενική βατόμουρου βατόμουρων
αιτιατική βατόμουρο βατόμουρα
κλητική βατόμουρο βατόμουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βατόμουρο < βάτος + μούρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βατόμουρο ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]