banter

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

banter (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

banter (en)

  1. (αμετάβατο) συμμετέχω σε ευχάριστη, αστεία συζήτηση
  2. (αμετάβατο) παίζω, κάνω κάτι ευχάριστο
  3. (μεταβατικό) πειράζω κάποιον ελαφρά