banter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

banter (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

banter (en)

  1. (αμετάβατο) συμμετέχω σε ευχάριστη, αστεία συζήτηση
  2. (αμετάβατο) παίζω, κάνω κάτι ευχάριστο
  3. (μεταβατικό) πειράζω κάποιον ελαφρά