barb

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

barb (en)

  1. αγκάθι
  2. αιχμή, λόγχη σε δόρυ
  3. ράτσα μικρόσωμου βορειοαφρικανικού αλόγου
  4. μπηχτή, αιχμή - αιχμές, τάπωμα (η λέξη τάπωμα όμως δεν είναι ταυτόσημη, διότι υποδηλώνει και υπερίσχυση έστω στιγμιαία ενώ η λέξη barb σημαίνει μόνο «λεκτική αιχμή»)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

barb (en)

  1. στερεώνω λόγχη, ακίδα, αιχμή συνήθως σε ή ως προεξοχή
  2. αφήνω αιχμές, την λέω
    • στηλιτεύω