baton

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: bâton

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

baton (en)

  1. η μπαγκέτα του μαέστρου
  2. η σκυτάλη (στο αγώνισμα της σκυταλοδρομίας και μεταφορικά)
    we pass the baton to the next generation - δίνουμε τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά
  3. το γκλομπ του αστυνομικού
  4. στραταρχική ράβδος



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

baton (eo)