Μετάβαση στο περιεχόμενο

blush

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
blush blushes

blush (en)

blush (en)