borné

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: borne

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

borné < borner

Επίθετο[επεξεργασία]

borné (fr)

  1. περιορισμένος, που εμποδίζεται από κάτι
     αντώνυμα: étendu
  2. (για άτομα) στενόμυαλος
     αντώνυμα: intelligent, large d'esprit
  3. (μαθηματικά) που έχει ένα όριο (ή και πολλά)