borné

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : borne

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

borné < borner

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

borné (fr)

  1. περιορισμένος, που εμποδίζεται από κάτι
    αντώνυμα: étendu
  2. (για άτομα) στενόμυαλος
    αντώνυμα: intelligent, large d'esprit
  3. (μαθηματικά) που έχει ένα όριο (ή και πολλά)