Μετάβαση στο περιεχόμενο

bracket

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bracket brackets

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbɹækɪt/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bracket (en)

  1. (τυπογραφία, μαθηματικά, πληροφορική) σύμβολο, συνήθως σε ζεύγη (αριστερό, δεξιό σύμβολο), που χρησιμοποιούνται για να ξεχωρίσουν κείμενο, όπως και στις μαθηματικές εκφράσεις
    παράδειγμα  angle brackets - γωνιώδεις αγκύλες - <…>
    παράδειγμα  curly brackets - άγκιστρα - {…}
    παράδειγμα  round brackets - παρενθέσεις - (…)
    παράδειγμα  square brackets - αγκύλες - […]
  2. το κλιμάκιο, η τάξη, τιμή, ηλικία, εισόδημα κτλ. που βρίσκονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πεδίο
    παράδειγμα  What is the top tax bracket?
    Ποιο είναι το ανώτατο φορολογικό κλιμάκιο;
    παράδειγμα  Civil servants change salary bracket every two years.
    Οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλάζουν μισθολογικό κλιμάκιο κάθε δύο χρόνια.
    παράδειγμα  He belongs to the top income bracket.
    Ανήκει στην ανώτατη εισοδηματική τάξη.
  3. το στήριγμα, ένα κομμάτι από ξύλο, μέταλλο ή πλαστικό που στερεώνεται στον τοίχο για να στηρίζει ένα ράφι, ένα φωτιστικό κτλ.
    παράδειγμα  Screw the brackets into the wall to attach the shelf.
    Βίδωσε τα στηρίγματα στον τοίχο για να στερεώσεις το ράφι.

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]