bracket
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bracket | brackets |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bracket (en)
- (τυπογραφία, μαθηματικά, πληροφορική) σύμβολο, συνήθως σε ζεύγη (αριστερό, δεξιό σύμβολο), που χρησιμοποιούνται για να ξεχωρίσουν κείμενο, όπως και στις μαθηματικές εκφράσεις
angle brackets - γωνιώδεις αγκύλες - <…>
curly brackets - άγκιστρα - {…}
round brackets - παρενθέσεις - (…)
square brackets - αγκύλες - […]
- το κλιμάκιο, η τάξη, τιμή, ηλικία, εισόδημα κτλ. που βρίσκονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πεδίο
What is the top tax bracket?
- Ποιο είναι το ανώτατο φορολογικό κλιμάκιο;
Civil servants change salary bracket every two years.
- Οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλάζουν μισθολογικό κλιμάκιο κάθε δύο χρόνια.
He belongs to the top income bracket.
- Ανήκει στην ανώτατη εισοδηματική τάξη.
- το στήριγμα, ένα κομμάτι από ξύλο, μέταλλο ή πλαστικό που στερεώνεται στον τοίχο για να στηρίζει ένα ράφι, ένα φωτιστικό κτλ.
Screw the brackets into the wall to attach the shelf.
- Βίδωσε τα στηρίγματα στον τοίχο για να στερεώσεις το ράφι.