cachot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
cachot cachots

cachot (fr) αρσενικό

  1. το μπουντρούμι
  2. (κατ’ επέκταση) απομόνωση από τους άλλους φυλακισμένους