calamité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.la.mi.te/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
calamité calamités

calamité (fr) θηλυκό