Μετάβαση στο περιεχόμενο

camino

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

camino αρσενικό



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
camino < caminus < αρχαία ελληνική κάμινος

camino