celebret

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

celebret < λατινική « να εορτάζει »

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
celebret celebrets

celebret (fr) αρσενικό

  1. (θρησκεία) για τους καθολικούς, έγγραφο που επιτρέπει σε έναν ιερέα να εορτάζει την Θεία Ευχαριστία σε οποιοδήποτε μέρος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]