chaud-froid

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chaud-froid < chaud + froid

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chaud-froid chauds-froids

chaud-froid (fr) αρσενικό

  1. (γαστρονομία) έδεσμα από πουλερικά ή κυνήγι που ετοιμάζεται ζεστό αλλά τρώγεται κρύο, με ζελέ ή μαγιονέζα