checkers

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

checkers (en)

  1. (ΗΠΑ, ενικός, μη αριθμητό) η ντάμα (το παιχνίδι που παίζεται με πούλια σε σκακιέρα
     συνώνυμα: draughts (ΗΒ)
  2. (πληθυντικός) τα πούλια της ντάμας

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

checkers (en)