chemin de fer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chemin de fer < → δείτε τις λέξεις chemin, de και fer

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃ(ə)mɛ̃ d(ə) fɛʁ/

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chemin de fer chemins de fer

chemin de fer (fr) αρσενικό

  1. ο σιδηρόδρομος
  2. είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού