Μετάβαση στο περιεχόμενο

chide

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας chide
γ΄ ενικό ενεστώτα chides
αόριστος chid, chided, chode
παθητική μετοχή chid, chided, chidden
ενεργητική μετοχή chiding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

chide (en)