clocher

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clocher (fr) αρσενικό

  1. καμπαναριό, κωδωνοστάσιο


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

clocher (fr)

  1. (οικείο) κουτσαίνω
  2. δυσλειτουργώ
  3. δεν ταιριάζω, φαλτσάρω
  4. (οικείο) βρομάω (είμαι ύποπτος)