Μετάβαση στο περιεχόμενο

clothe

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας clothe
γ΄ ενικό ενεστώτα clothes
αόριστος clothed
παθητική μετοχή clothed
ενεργητική μετοχή clothing

clothe (en)