colon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

colon (en)

  1. το κόλον (το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου)
  2. η άνω και κάτω τελεία, η διπλή τελεία (« : »)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
colon colons

colon (fr) αρσενικό