Μετάβαση στο περιεχόμενο

commend

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας commend
γ΄ ενικό ενεστώτα commends
αόριστος commended
παθητική μετοχή commended
ενεργητική μετοχή commending

commend (en)