confirmed

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

confirmed (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος confirm

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

confirmed (en)

  1. επιβεβαιωμένος, κατακυρωμένος
    a confirmed treaty (επικυρωμένη συνθήκη)
  2. αυτός που έχει διαπιστωμένα μία ιδιότητα
    a confirmed liar (διαπιστωμένα ψεύτης)