consist
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | consist |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | consists |
| αόριστος | consisted |
| παθητική μετοχή | consisted |
| ενεργητική μετοχή | consisting |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]consist (en)
- → δείτε τα phrasal verbs consist in και consist of