consistent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | consistent |
| συγκριτικός | more consistent |
| υπερθετικός | most consistent |
Επίθετο
[επεξεργασία]consistent (en)
- συνεπής, που συμπεριφέρεται πάντα με τον ίδιο τρόπο, ή που έχει τις ίδιες απόψεις, στάνταρ κτλ.
He was always consistent in his commitments to me.
- Ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντί μου.
We must be consistent in applying the rules.
- Πρέπει να είμαστε συνεπείς στην εφαρμογή των κανόνων.
He has always followed a consistent pro-peace policy.
- Ακολούθησε πάντοτε μια συνεπή φιλειρηνική πολιτική.
- σταθερός, συνεχής, που συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο και συνεχίζεται για ένα χρονικό διάστημα
We have had enough of the party's consistent failure to come up with any new policies.
- Έχουμε βαρεθεί από την σταθερή αποτυχία του κόμματος να προτείνει νέες πολιτικές.
Defense spending levels have remained consistent.
- Τα επίπεδα δαπανών άμυνας έχουν παραμείνει σταθερά.
The company failed to meet its goals on a consistent basis.
- Η εταιρεία απέτυχε να πετύχει τους στόχους της με σταθερή βάση.
There has been a pattern of consistent growth in the economy.
- Υπάρχει ένα μοτίβο συνεχούς ανάπτυξης στην οικονομία.
- (consistent with something) συνεπής προς κάτι, σύμφωνος με κάτι
His behavior is consistent with his beliefs.
- Η συμπεριφορά του είναι συνεπής προς τα πιστεύω του.
Your theory is not consistent with the facts.
- Η θεωρία σου δεν είναι σύμφωνη με τα γεγονότα.
- συνεπής, για ένα επιχείρημα ή ένα σύνολο ιδεών που έχουν διαφορετικά μέρη που συμφωνούν όλα μεταξύ τους
She presented a well-thought-out and consistent argument.
- Παρουσίασε ένα καλά μελετημένο και συνεπές επιχείρημα.
His argument is not even consistent.
- Το επιχείρημά του δεν είναι καν συνεπές.
Balanced economic growth, full employment and financial stability are mutually consistent objectives.
- Η υγιής οικονομική ανάπτυξη, η πλήρης απασχόληση και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι αμοιβαία συνεπείς στόχοι.