convenable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Επίθετο[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
convenable convenables

convenable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αρμόζων, καθωσπρέπει, ταιριαστός
  2. ικανοποιητικός
  3. ευπρεπής
  4. βολικός

Συγγενικά[επεξεργασία]