Μετάβαση στο περιεχόμενο

corrosion

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

corrosion (en)


Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
corrosion corrosions

corrosion (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]