coup de tête

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

coup de têteδείτε τις λέξεις coup και tête

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
coup de tête coups de tête

coup de tête (fr) αρσενικό

  1. η κεφαλιά
  2. η απερισκεψία, η αποκοτιά