cow
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| cow | cows |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- cow < μέση αγγλική cou, cu < αγγλοσαξονική cu
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cow (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| cow | cows |
cow (en)