Μετάβαση στο περιεχόμενο

craftsmanship

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
craftsmanship < craftsman + -ship

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

craftsmanship (en) (μη μετρήσιμο)

  1. η μαστοριά, το επίπεδο ικανότητας που δείχνει κάποιος
    παράδειγμα  the craftsmanship of the goldsmiths from Stemnitsa - η μαστοριά των χρυσοχόων της Στεμνίτσας
  2. η μαστοριά, η εργασία, η ποιότητα του σχεδιασμού και της εργασίας που παρουσιάζεται από κάτι
    παράδειγμα  Items made nowadays are of poor craftsmanship.
    Δεν έχουν μαστοριά τα εποχή που φτιάχνουν σήμερα.
    παράδειγμα  I liked the craftsmanship of the silver jewelry.
    Μου άρεσε η εργασία των ασημένιων κοσμημάτων.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]