crowbar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crowbar (en)

  1. ο λοστός
     συνώνυμα: jimmy
  2. ηλεκτρικό κύκλωμα που κόβει τις υπερτάσεις