λοστός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | λοστός | οι | λοστοί |
| γενική | του | λοστού | των | λοστών |
| αιτιατική | τον | λοστό | τους | λοστούς |
| κλητική | λοστέ | λοστοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λοστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λοστός < αρχαία ελληνική λοῖσθος (στη σημασία: 'κοντάρι πλοίου')[1]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λοστός αρσενικό
- ο σιδερένιος μοχλός, το εργαλείο για τη μετακίνηση βαριών αντικειμένων
- ※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- λοστάρι (προφορικό)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λοστός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Εργαλεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)