culée

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : culer

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

culée < λατινική cul

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
culée culées

culée (fr) θηλυκό

  1. (βιολογία) το μέρος ενός ζώου που βρίσκεται πιο κοντά στην ουρά του