cul

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cul < λατινική culus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

cul 

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cul culs

cul (fr) αρσενικό

  1. το κάτω μέρος από κάτι, ο πάτος
    le cul de la bouteille - ο πάτος του μπουκαλιού
  2. ο κώλος, τα οπίσθια, ο πισινός, το πίσω μέρος από κάτι
    il a un gros cul - έχει χοντρό πισινό
    cette voiture a un gros cul - αυτό το αυτοκίνητο έχει μεγάλο κώλο
  3. το σεξ
    un film de cul - ένα φιλμ πορνό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

cul (fr) άκλιτο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

συνώνυμα: faux derche, faux jeton

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]