culotte
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| culotte | culottes |

Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]culotte (fr) θηλυκό
- (παρωχημένο, ενδυμασία, ιστορία) ανδρικό ρούχο που κάλυπτε το σώμα από τη ζώνη έως τα γόνατα (τα οποία έσφιγγε, αρχικά). Πιο κάτω, φορούσαν κάλτσες (bas). Ήταν χαρακτηριστική ενδυμασία των ευγενών (noblesse). Αργότερα, από τον 19ο αιώνα, αρχίζει να αποκαλείται παντελόνι (pantalon) και η λέξη αλλάζει σιγά σιγά έννοια και αρχίζει να σημαίνει το ομώνυμο εσώρουχο
- → δείτε τη λέξη sans-culotte
- (ενδυμασία) η κιλότα, το βρακί
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη cul
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Culotte (vêtement) στη γαλλική Βικιπαίδεια

Απόγονοι
[επεξεργασία]culotte (γαλλικά)
- ↴ νέα ελληνικά: κιλότα, κιλότο
Πηγές
[επεξεργασία]- culotte - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- culotte - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé