Μετάβαση στο περιεχόμενο

culotte

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: culotté

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
culotte culottes
Αριστοκράτης με πράσινη culotte ως το γόνατο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ky.lɔt/
 
ομόηχο: culottes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

culotte (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο, ενδυμασία, ιστορία) ανδρικό ρούχο που κάλυπτε το σώμα από τη ζώνη έως τα γόνατα (τα οποία έσφιγγε, αρχικά). Πιο κάτω, φορούσαν κάλτσες (bas). Ήταν χαρακτηριστική ενδυμασία των ευγενών (noblesse). Αργότερα, από τον 19ο αιώνα, αρχίζει να αποκαλείται παντελόνι (pantalon) και η λέξη αλλάζει σιγά σιγά έννοια και αρχίζει να σημαίνει το ομώνυμο εσώρουχο
     δείτε τη λέξη sans-culotte
  2. (ενδυμασία) η κιλότα, το βρακί

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη cul

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

culotte (γαλλικά)

νέα ελληνικά: κιλότα, κιλότο