κιλότα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιλότα κιλότες
γενική κιλότας κιλοτών
αιτιατική κιλότα κιλότες
κλητική κιλότα κιλότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιλότα < γαλλική culotte

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιλότα θηλυκό

  1. γυναικείο εσώρουχο που περιβάλλει τους μηρούς και το υπογάστριο
    Σε λίγο τον ανοίγει αλλά αντίς να ρίξει μια ρόμπα τόση ώρα επάνω της τον άνοιξε με το σουτιέν και την κιλότα. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, γ΄ τόμος, Αθήνα 2003)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βρακί
  2. στρατιωτική περισκελίδα του ιππικού ή παντελόνι ιππασίας, παλαιότερα φουσκωτό στους μηρούς και στενό κάτω
    Πιὸ πίσω, ἕνας καβαλάρης μὲ κόκκινο ροῦχο καὶ ἕνα τρικαντὸ μὲ φτερά, ἄσπρη κιλότα καὶ ψηλὲς μαῦρες μπότες: ὁ Σταβλάρχης τοῦ Bασιλέως. (Περικλῆς Βυζάντιος, Ἡ ζωὴ ἑνὸς ζωγράφου, Αθήνα 1994)
  3. υβριστικός, μειωτικός χαρακτηρισμός
    Τι λες, μωρή κιλότα!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]